Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Your door


Άλλη μια φορά χτυπώ την πόρτα σου.
Όπως τόσες στο παρελθόν.
Ο γνώριμος ήχος του κουδουνιού σου, 
κάνει την καρδιά μου να φτερουγίζει.
Δεν ξέρω αν είναι από χαρά ή από φόβο.
Φόβο για το τι θα αντικρίσω μόλις ανοίξει.

Βλέπεις ,έχω τόσο καιρό να σταθώ έξω από το κατώφλι σου.
Δεν θυμάμαι πόσο πάει από την τελευταία φορά.
Θυμάμαι όμως ότι ήταν παλιά, σε μακρινές καλές εποχές.
Τότε που υπήρχε ακόμα το "εμείς".
Τότε που ακόμα μου χάριζες το καταπληκτικό σου χαμόγελο.
Αυτό που με έκανε να ξεχνώ τα πάντα και απλά να σε κοιτώ ευτυχισμένος.
Θυμάμαι επίσης ότι αυτό ήταν το πρώτο που χάθηκε.
Μετά από αυτό ακολούθησε η κλειστή πόρτα.
Δεν άνοιγε πια για μένα .Με κρατούσε έξω.
Εκεί. Να κοιτώ πόσο εύκολα με κρατά μακρυά σου.
Και να με κοιτά και αυτή' χλευαστικά,υποτιμητικά,
αποδεικνύοντας μου πόσο αδύναμος είμαι.
Ύστερα και αυτή με τον καιρό ξεθώριασε.
Έφυγε μακριά (ή μήπως έφυγα εγώ;).
Τόσο μακρυά που δεν την έβλεπα πια.

Μέχρι προχθές.
Έπεσα πάνω της κατά τύχη.
Δεν την αναγνώρισα αμέσως.
Ένοιωσα όμως ότι είχε κάτι διαφορετικό απ' όλες τις άλλες πόρτες της ζωής μου.
Ανοιχτές ή κλειστές.
Όταν την κοίταξα καλύτερα, θυμήθηκα.
Γύρισαν όλα πίσω τόσο ζωντανά.
Το υπέροχο χαμόγελο,το φτερούγισμα της καρδιάς,
εσύ...

Μάζεψα όλο το κουράγιο που είχα,
ντύθηκα καλά,
αγόρασα λουλούδια,
και ήρθα να σου χτυπήσω την πόρτα.
Όλα είχαν πλέον ένα αίσιο τέλος.
Ήμουν πάλι εδώ, έτοιμος να σου χτυπήσω την πόρτα.
Θα μου ανοίξεις, θα σε πάρω αγκαλιά,
Θα φιληθούμε και ύστερα θα αναπληρώσουμε όλο τον χρόνο που χάσαμε.
Γιατί η αγάπη μας ,ακόμα και όταν ήμασταν μακρυά ήταν εκεί,
σιγόκαιγε σαν φλόγα στις ψυχές μας.

Έτοιμος.Χτυπάω.
Μου ανοίγεις.
Σου χαμογελάω με χαρά, περιμένοντας να μ αγκαλιάσεις.
Βλέπω τότε το πρόσωπό σου και αμέσως καταλαβαίνω.
Όχι μόνο δεν θα μ αγκαλιάσεις, όχι μόνο δεν μου χαμογελάς,
αλλά στέκεσαι εκεί ,με κοιτάς απορημένη και με ρωτάς ευγενικά ,
ποιος είμαι και αν μπορείς να με βοηθήσεις σε κάτι.
Τα πάντα γύρω γκρεμίζονται.Τα πάντα εκτός από το χαμόγελο μου.
Αυτό αλλάζει μορφή.Πλέον γελάει μόνο το στόμα.Ποτέ τα μάτια.
Σου λέω πως με έστειλαν να σου φέρω αυτά τα λουλούδια.
Ισχυρίζομαι ότι δεν ξέρω από ποιόν είναι.
Χαμογελάς, τα παίρνεις ,με ευχαριστείς και μου δίνεις ένα μικρό φιλοδώρημα.
Ύστερα η πόρτα κλείνει.Τόσο δυνατά, που δεν μ ακούς να σου ψιθυρίζω αντίο.
Τόσο απότομα που δεν βλέπεις τα δάκρυα που έχουν πλημμυρίσει το πρόσωπο μου.
-P-